Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

sex organ


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο organ παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: sex
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
organ n(music: keyboard instrument) (μουσικό όργανο)εκκλησιαστικό όργανο επίθ + ουσ ουδ
 The theatre has a great old organ that's rarely used.
 Το θέατρο έχει ένα μεγάλο παλιό εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιείται σπάνια.
organ n(body part) (σώματος)όργανο ουσ ουδ
 Are you going to donate your organs after death?
 Θα δωρίσεις τα όργανά σου μετά θάνατον;
organ nfigurative (mouthpiece)μέσο διάδοσης περίφρ
 (μεταφορικά)όργανο ουσ ουδ
 The paper serves as an organ for socialist opinion.
 Αυτή η εφημερίδα χρησιμεύει ως μέσο διάδοσης των σοσιαλιστικών απόψεων.
 Αυτή η εφημερίδα χρησιμεύει ως όργανο διάδοσης των σοσιαλιστικών απόψεων.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
calliope,
steam organ
n
US (musical instrument)μουσικό όργανο ατμού σε τσίρκο
 Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
harmonica n(musical instrument)φυσαρμόνικα ουσ θηλ
 A man stood on the corner, playing a blues tune on a harmonica.
internal organ n(part inside the body)εσωτερικό όργανο επίθ + ουσ ουδ
Σχόλιο: Συνήθως στον πληθυντικό.
mouth organ n(musical instrument: harmonica)φυσαρμόνικα ουσ θηλ
organ donation n(pledging body parts after death)δωρεά οργάνων περίφρ
 Organ donation can save many people's lives.
organ donation card n(body parts after death)κάρτα δωρητή οργάνων φρ ως ουσ θηλ
 I carry an organ donation card permitting the use of any part of my body after my death.
organ donor n(person who donates organs)δωρητής οργάνων, δωρήτρια οργάνων φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 Being an organ donor means you can help others after your death.
organ grinder n(musician who plays hurdy-gurdy)λατερνατζής ουσ αρσ
 The organ grinder was wearing a very shabby old coat.
organ grinder nfigurative ([sb] who is controlling [sb] else)αυτός που κινεί τα νήματα περίφρ
 Don't ask me, my wife's the organ grinder - I'm just the monkey!
organ pipe n(part of pipe organ)αυλός οργάνου φρ ως ουσ αρσ
organ recital n(concert of pipe-organ music)ρεσιτάλ εκκλησιαστικού οργάνου περίφρ
 We are going to an organ recital in the chapel this evening.
organ transplant n(surgical procedure)μεταμόσχευση οργάνου φρ ως ουσ θηλ
pipe organ n(large keyboard instrument)εκκλησιαστικό όργανο επίθ + ουσ ουδ
 There is a pipe organ in the church.
sense organ noften plural (anatomy: part sensitive to stimuli)αισθητήριο όργανο επίθ + ουσ ουδ
vital organ n(organ required for life)ζωτικό όργανο φρ ως ουσ ουδ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'sex organ' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση sex organ στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «sex organ».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!